Βενετσιάνικα χειροΠΟΙΗΜΑΤΑ

Τα τρία πρόσωπα, μάσκα της Κομέντια

 

Λένε πως η πρώτη μάσκα εμφανίστηκε στα σκοτεινά υγρά κανάλια της Βενετίας κάποια νύχτα του 1200.

΄Ηταν λευκή και χωρίς χαρακτηριστικά.

Πέρασαν 500 ολόκληρα χρόνια για να πάρει πλέον σχήματα, χρώματα, χαρακτήρες και ρόλους στη ζωή και στην τέχνη, τη μέρα και τη νύχτα, στα φανερά και στα κρυφά, για πλούσιους και φτωχούς, για άρχοντες και για υπηρέτες.

 

Κι’ έγινε συνήθεια ώστε κάποιες εποχές του χρόνου κυκλοφορούσαν παντού μασκοφόροι και δεν ξεχώριζε ούτε η ταυτότητα αλλά ούτε η κοινωνική τους θέση.

Κι’ έτσι -ακόμη και αν αρχικά ο σκοπός ήταν η μυστικότητα σε κάποιες συναλλαγές- σιγά-σιγά επικράτησε η απόλυτη ελευθερία στο φέρσιμο, στις συναναστροφές και πάνω απ’ όλα στον έρωτα, όπως, όπου, όποτε και με όποιον ήθελε ο καθένας. Χωρίς ντροπή, χωρίς έλεγχο, χωρίς συνέπειες.

 

Ο Καζανόβας (από τον γνωστό γόη), ο Γάτος, Η Βενεσιάνα Αρχόντισσα του 15ου αιώνα με τα βαριά κοσμήματα και τις υπερβολικές κομμώσεις, το Λιοντάρι και όλες οι εκφράσεις της φαντασίας γλιστρούσαν στα ήρεμα, σκοτεινά κανάλια της Δημοκρατίας, επιδιδόμενοι σε απλές κι πιο σύνθετες ασχολίες, λέγοντας ελεύθερα τι πίστευαν και τι ήθελαν,, αφού κανείς δε μπορούσε να τους κρίνει και τίποτα να τους στιγματίσει.

 

Ιδιαίτερη μορφή εκείνη του Γιατρού της Πανούκλας, μονόχρωμη συνήθως και με πολύ χοντρή και μακριά μύτη σαν ράμφος, ήταν ίσως η μόνη από τις μάσκες που είχε πρακτική σημασία και χρησιμότητα: όταν ο γιατρός επισκεπτόταν του ασθενείς έβαζε μέσα στο κενό του ράμφους υφάσματα ποτισμένα με φάρμακα, ώστε να προστατεύεται από την επιδημία.

 

Μέσα από το θέαμα και τις ερωτοτροπίες οι Βενετσιάνοι οδηγήθηκαν στην ασυδοσία κι τελικά την παρακμή. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις που στόχευαν στον περιορισμό του εθίμου αυξήθηκαν και σοβάρεψαν κι έτσι λίγο πριν από το τέλος του 17ου αιώνα, η περίοδος που επιτρεπόταν η κυκλοφορία με μάσκες περιορίστηκε σε ένα τρίμηνο, ξεκινώντας από την επομένη των Χριστουγέννων. Τελικά μειώθηκε ακόμη περισσότερο στο 15θήμερο ξεφάντωμα που γνωρίζουμε ως Καρναβάλι πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή.

 

Η Βενετία σήμερα είναι γεμάτη από εκατοντάδες μαγαζιά που πωλούν μάσκες. Στην πλειονότητά τους πρόκειται για γύψινες μάσκες με ευφάνταστα σχέδια και χρώματα που παράγονται βιομηχανικά και μαζικά για τους τουρίστες. Υπάρχουν ακόμη σήμερα εργαστήρια που φτιάχνουν χειροποίητες μάσκες όπως γινόταν τον καιρό εκείνο.

 

 Φτιάχνουν το γύψινο καλούπι από το οποίο παίρνει σχήμα ένας πολτός από χαρτί, κουρέλια και ένα είδος κόλλας. ΄Οταν αυτή η μορφή πεπιεσμένου χαρτιού στεγνώσει, περνιέται με ένα στρώμα λεπτού γύψου και μετά με ένα προπαρασκευαστικό χρώμα-βάση για τα υπόλοιπα χρώματα και όλα τα άλλα υλικά της μάσκας όπως παγιέτες, φτερά, κουδουνάκια. Βασικό είναι μετά από κάθε στάδιο η μάσκα να αφήνεται αρκετές ώρες για να στεγνώσει πριν προχωρήσει ο τεχνίτης στο επόμενο.

Η διαδικασία είναι κοπιαστική και χρονοβόρα και το αποτέλεσμα πιο χοντροκομμένο από τις γύψινες βιομηχανοποιημένες μάσκες, η αξία τους όμως έγκειται στην τέχνη που μένει αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες.

 

Η διαφορά άλλωστε αντικατοπτρίζεται στις τιμές που ξεκινάνε από λίγες δεκάδες ευρώ και μπορεί να φτάσουν το πολύ μερικές εκατοντάδες, ενώ οι χειροποίητες είναι πιο μεγάλες και εύθραυστες και οι τιμές τους αρχίζουν από αρκετά πιο ψηλά.

 

Στη Βενετία όλες οι εκφράσεις είναι εδώ πάνω στα ράφια και στις βιτρίνες, κρεμασμένες στα υπαίθρια κιόσκια δίπλα στην αποβάθρα με τις γόνδολες. Και όλες οι επιθυμίες κρύβονται καλά πίσω τους.

Μόνον η λάμψη των ματιών μπορεί να σε προδώσει…

Οι μάσκες της Κομέντια ντελ ΄Αρτε

Δεν είναι απόλυτα σαφές αν η συνήθεια των Βενετσιάνων να φορούν μάσκες επηρέασε την Κομέντια ντελ ΄Αρτε ή αν η τελευταία συνετέλεσε στην καθιέρωση του εθίμου, πάντως αποτέλεσε τελικά ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της. Ο κάθε ρόλος είχε πάντα το ίδιο προσωπείο και την ίδια έκφραση.

Τα τρία πρόσωπα, μάσκα της Κομέντια


‘Ετσι οι ηθοποιοί έπρεπε να δουλέψουν πάνω στη γλώσσα του σώματος, ώστε από το σύνολο των κινήσεων να αντιλαμβάνεται ο θεατής την αλλαγή των συναισθημάτων και της πλοκής.

Οι πρωτόβγαλτοι μάλιστα στη σκηνή φορούσαν υποχρεωτικά λευκή, ανέκφραστη μάσκα, ώστε να εξασκούνται στην συνολική κίνηση του σώματος. Οι χαρακτήρες ήταν λίγο-πολύ γνωστοί: οι άρχοντες, οι υπηρέτες (με αρχηγό τους τον περιβόητο και διαβόητο Αρλεκίνο) και οι ερωτευμένοι που -όμορφοι καθώς συνήθως ήταν- δεν φορούσαν μάσκες ποτέ.

 

Η μεγάλη δύναμη τη Κομέντια ντελ ΄Αρτε υπήρξε ο αυτοσχεδιασμός ανάλογα με τα ήθη και την πολιτική κατάσταση κάθε πόλης, αλλά όσο κι αν η πλοκή διαφοροποιείτο κάθε φορά οι ρόλοι ήταν σταθεροί και γνώριμοι, τόσο πολύ που στις περισσότερες περιπτώσεις καθιερωμένων ηθοποιών αυτοί γίνονταν πλέον γνωστοί σε όλον τον κόσμο με το όνομα του χαρακτήρα που υποδύονταν.

(Κείμενο Χριστίνα Καλλιγιάννη)

ΣΧΕΤΙΚΟ

Advertisements