Απο τα βράχια ανάμεσα πετιέται ένα κεφάλι

και βλέμματα ολόγυρα σκορπάει φοβισμένα.

Εγώ, κρυμμένος κάπου εκεί στο έρημο ακρογιάλι,

το βλέπω-σαν σε όνειρο-με μάτια λιγωμένα.

Ένα κορμί παρθενικό γυμνό αργοπροβάλλει

κι απλώνεται ηδονικά σε κύματα αφρισμένα

ο ήλιος εσκυθρώπιασε μπροστά σε τόσα κάλλη,

τα κάλλη τ΄απολλώνεια και τα φωτολουσμένα.

Ανατριχιάζ΄η θάλασσα στο θείο άγγιγμα τους,

τα κυματάκια απαλά με χάρη τ΄αγκαλιάζουν

κι αχτίδες τα χαιδεύουνε χρυσές στο πέρασμα τους.

Θεότρελος  ο δύστυχος βουτιέμαι μες το κύμα,

τα μάτια της τα θεικά με φόβο με κοιτάζουν

και χάνεται στη θάλασσα…Ήταν νεράιδα…

Κρίμα!

Κώστας Καρυωτάκης