Μέρα Λαμπρής, μέρα γιορτής και μέρα της Αγάπης

 alt
ΛΑΖΑΡΟΥΔΙΑ – εκδόσεις «Μ»

«Εστησ’ ο Ερωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη

κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα…»

Ερωτα, φύση, φως, ζωή, τραγουδάει ο Σολωμόςστους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», μέσα στο σκοτάδι της σκλαβιάς, την ελπίδα της ελευθερίας και της ανάστασης. Αυτά που συνθέτουν τημεγαλύτερη γιορτή των Ελλήνων: Το Πάσχα, τη Λαμπρή, το θρίαμβο του φωτός, το θαύμα της γονιμότητας, το θάμπος των χρωμάτων, όπου όλα λαμπροφορούνε.

«Κάθε Λαμπρή και Πασχαλιά που ο θάνατος πεθαίνει…»

Γιορτή θριαμβική της ζωής πάνω απ’ όλα, της ορθοδοξίας κυρίως, και σχεδόν καθαρά ελληνική, που, ίσως χάρη σ’ αυτές τις ιδιαιτερότητες, διατηρεί ως σήμερα ένα χαρακτήρα πιο γνήσιο από τις εορτές των Χριστουγέννων, που έχουν μεταλλαχτεί σε σύμπτωμα καταναλωτικής σχιζοφρένειας.

 
Μια γιορτή που κρατάει δεκαπέντε ημέρες
 

Το Πάσχα είναι μια πρόκληση στο θάνατο. Καθώς ο χειμώνας τελειώνει, μαζί με τη Μεγάλη Σαρακοστή, η φύση ξαναγεννιέται, ο Λάζαροςανασταίνεται. Ανάμεσα στις κίτρινες μαργαρίτες, στις κόκκινες παπαρούνες του πάθους, στις μαβιές πασχαλιές, μέσα στις ευωδιές των σπαρτών και των σπάρτων, ο Χριστός ξαναφέρνει στη ζωή τον αγαπημένο του φίλο. Αυτή είναι η πρώτη Ανάσταση, η ανθρώπινη, προάγγελος της μεγάλης, της θεϊκής.

Πασχαλινά αυγά. Εικον. ΛΕΜΟΝΙΑ ΑΜΑΡΑΝΤΙΔΟΥ (ΖΩΗΣ ΒΑΛΑΣΗ «ΤΟ ΤΕΣΣΕΡΟΦΥΛΛΙ»)

Σαν ηχώ από τα ομηρικά τραγούδια, όπου ο νεκρός Αχιλλέας θρηνεί για το φως και τη ζωή που στερήθηκε, τα κάλαντα του Λαζάρου μεταφέρουν τις ίδιες θλιβερές εικόνες του Κάτω Κόσμου και το προαιώνιο και τρομερό ερώτημα.

— Πες μας, Λάζαρε, τι είδες

κει στον Αδη που επήγες;

— Είδα φόβους, είδα τρόμους

είδα βάσανα και πόνους.

Πανηγύρι νεκρολατρευτικό, τοΣάββατο του Λαζάρου, περιλαμβάνει κάλαντα και παινέματα. Το πρωί του Σαββάτου, παιδιά τραγουδάνε το Λάζαρο, από σπίτι σε σπίτι, κρατώντας ένα ομοίωμα του Λαζάρου, δηλαδή ψωμάκι σπαργανωμένο – Λαζαρούδι – ή κούκλα, ή ακόμα και συνοδεύοντας ένα αγόρι ανθοσκέπαστο που, μόλις μπει σε ένα σπίτι πέφτει κάτω σαν πεθαμένο και σηκώνεται μόνο όταν του πούνε «Λάζαρε, δεύρο έξω!» ή άλλες ανάλογες προτροπές.

Ξύπνα, Λάζαρε, να κινήσουμε

να κινήσουμε να πααίνουμε

να πααίνουμε στα εννιά χωριά

στα εννιά χωριά στα δέκα βιλαέτια

(Τρίκαλα)

Τα παιδιά που τραγουδάνε τα κάλαντα του Λαζάρου κρατάνε πάντα και ένα καλαθάκι στολισμένο με λουλούδια, γιατί σκοπός τους είναι να μαζέψουν αυγά.

Δώστε μας αυγά,

αυγά να σας τα πούμε

Η Κυριακή των Βαΐων είναι μια χαρμόσυνη ημέρα λίγο πριν από το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας.

Βάγια βάγια των Βαγιώ

τρώνε ψάρι και κολιό

και την άλλη Κυριακή

τρώνε το ψητό τ’ αρνί.

Στις εκκλησιές μοιράζουνε βάγια – δάφνη, ελιά, μυρτιά σε φύλλα φοινικιάς πλεγμένα σαν καλαθάκια, σ’ ανάμνηση της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ενώ ο Χριστός έμπαινε στην πόλη καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι, ο λαός (που μετά από λίγο θα τον σταύρωνε), τον υποδεχόταν με κλαδιά και θριαμβευτικές ιαχές. Η λέξη «βάγια» προέρχεται από την κοπτική «βάι» που σήμαινε κλαδί. Είναι χαρακτηριστικό ότι συχνά η φοινικιά θεωρείται μη ελληνικό στοιχείο, ενώ είναι γνωστό ότι ο φοίνικας ήταν ιερό δέντρο για όλο τον αιγαιο-ελληνικό κόσμο. Στη ρίζα μιας φοινικιάς, στη Δήλο, γέννησε η Λητώ τα δυο παιδιά της, τον Απόλλωνα και την Αρτεμη.

Το τσούγκρισμα των αυγών (Φωτ. UNICEF)
(Πάντως, στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού της Ελλάδας, τον 20ό αιώνα, ο βασιλιάς Γεώργιος ο Β’ έβαλε να κόψουν τους φοίνικες στην Αθήνα!..).
 

Η Μεγάλη Δευτέρα σημαίνει την αρχή της Εβδομάδας των Παθών, του πένθους αλλά και της προετοιμασίας για την Ανάσταση. Ο λαός έχει συνθέσει ένα συνοπτικό ημερολόγιο:

Μεγάλη Δευτέρα, ο Χριστός με τη μαχαίρα

Μεγάλη Τρίτη, ο Χριστός εκρίθη

Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός εχάθη

Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός ευρέθη

Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός στο καρφί

Μεγάλο Σαββάτο, ο Χριστός στον τάφο

Κυριακή, Χριστός Ανέστη.

 
 
Συμβολισμοί και συνήθειες
 

Ενα από τα πιο τυπικά γνωρίσματα της Πασχαλιάς είναι αναμφισβήτητα το αυγό. Τη Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές βάφουν τα κόκκινα αυγά και συχνά βάφουν κι ένα ρουχαλάκι ή μια κορδέλα που τα κρατάνε για φυλαχτό. Βαμμένα αυγά παίρνουν μαζί τους όταν πηγαίνουν στην Ανάσταση για να τα τσουγκρίσουν μόλις ακουστεί το «Χριστός Ανέστη». Το τσούγκρισμα των αυγών είναι απαραίτητο στοιχείο της γιορτής, παιχνίδι αλλά και μαγικό: εμμέσως δείχνει τον πιο δυνατό!

Αλλά γιατί βάφουμε κόκκινα τ’ αυγά;

Σύμφωνα με ένα θρύλο, όταν αναστήθηκε ο Χριστός, το νέο διαδόθηκε παντού κι όλοι θαύμαζαν. Μια γυναίκα, όμως, το άκουσε και δεν το πίστεψε. «Θα το πιστέψω, μόνο αν τούτα τ’ αυγά που έχω στο καλάθι μου γίνουν κόκκινα!» είπε και ξαφνικά τα αυγά της από άσπρα έγιναν κόκκινα…

Στην Κέρκυρα διηγούνται κάτι άλλο.

Οταν αναστήθηκε ο Χριστός, πρώτα πρώτα το άκουσαν κάτι αυγά. Αμέσως άρχισαν την τρεχάλα να το διαδώσουν παντού. και από το πολύ το τρέξιμο έγιναν κατακόκκινα!

Το αυγό είναι στη λαϊκή και μυθολογική φαντασία το σύμβολο της ζωής.

Θ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (13 χρόνων)

Στη νύχτα του κόσμου ένα αυγό άνοιξε στα δύο και από μέσα του βγήκε ο κόσμος, διηγούνται οι Πέρσες. Στοέπος των Φινλανδών«Καλεβάλα», το αυγό που περιείχε τον κόσμο, έπεσε από τον ουρανό στην αγκαλιά της μάνας των νερών.Αλλού, το κοσμικό αυγό γονιμοποιείται από τον ήλιο, και στην αρχαία Αίγυπτο, το αυγό, ως Λόγος Δημιουργός, ταξιδεύει στην προαιώνια θάλασσα. Στην Κίνα συνηθίζονταν οι προσφορές αυγών την Ανοιξη για γονιμότητα και αναγέννηση. στην πανάρχαια Ουρ της Μεσοποταμίας, προσφέρανε αυγά στους νεκρούς.

Στην ελληνική αρχαιότητα αποθέτανε αυγά στα χέρια ειδωλίων τουΔιονύσου ως σύμβολα αναγέννησης, ενώ αντίθετα στους Εβραίους, τα αυγά ήταν τροφή πένθους – τροφή που δεν είχε ολοκληρωθεί ως ζωή.

Στην ελληνική μυθολογία η Λήδα, από την ένωσή της με τον Δία, γέννησε ένα αυγό από όπου αναδύθηκαν οι Διόσκουροι. Στα λαϊκά παραμύθια, μέσα σε ένα αυγό, καλά φυλαγμένο, κρύβεται η ζωή ενός γίγαντα ή ήρωα κλπ.

Ενα άλλο τυπικό χαρακτηριστικό της Πασχαλιάς είναι η δημιουργία θορύβου. Μόλις ανακοινωθεί η Ανάσταση γίνεται «Ανάστα ο θεός». Αν και οι υπερβολές στις κροτίδες, στα βαρελότα και στα πυροτεχνήματα κάνουν σήμερα το έθιμο ενοχλητικό και συχνά επικίνδυνο, όμως η καταγωγή του είναι παμπάλαια και η σημασία του μαγική και ξορκιστική. Ο θόρυβος αναπαριστά την ταραχή που επικράτησε στον Αδη όταν κατέβηκε εκεί ο Χριστός. Συνάμα, έχει σκοπό να τρομάξει τους δαίμονες του Κάτω Κόσμου και να τους κάνει να σκορπίσουν. Ομοια και οι αρχαίοι Ελληνες χτυπούσαν χάλκινα σκεύη, κουζινικά και πράγματα για να κάνουν φασαρία που θα μπορούσε να τρομάξει και να απομακρύνει τα δαιμόνια, τον κακό καιρό, τις αρρώστιες. Στην Κέρκυρα μάλιστα συνηθίζουν να ρίχνουν από τα παράθυρα στο δρόμο κανάτια, παίρνοντας ίσως κατά γράμμα το τροπάριο της Μεγάλης Παρασκευής («ίνα συντρίψω αυτούς ως σκεύη κεραμέως»).

Λάζαρος. Από το MUSEE DE L’ HOMME, Παρίσι

Η αλήθεια είναι ότι μετά τα μοιρολόγια και τις ψαλμωδίες, τους χαμηλόφωνους θρήνους στη σιγαλιά της ανοιξιάτικης νύχτας, ο θόρυβος αποτελεί μια λυτρωτική εκτόνωση. Για το λαό μας που υπέφερε τετρακόσια χρόνια δουλεία, οι θριαμβευτικές εκπυρσοκροτήσεις ήταν όχι μόνο ξέσπασμα, αλλά και προάγγελος του ξεσηκωμού για την ελευθερία.Και στο δυτικό κόσμο, η σιωπή συμβαδίζει με την ανάγκη για φασαρία. Από τη Μεγάλη Πέμπτη σιγούν οι καμπάνες – «χηρεύουν». Πηγαίνουν, λένε, στη Ρώμη και στο γυρισμό φέρνουν μαζί τους τ’ αυγά του Πάσχα!

Κορυφαία στιγμή των Παθών, η περιφορά του Επιταφίου, συμφιλιώνει τους θνητούς με το θάνατο. Ανθοστολισμένος από τα κορίτσια, μοιρολογημένος από τις γυναίκες, εξαγνίζει τον τόπο απ’ όπου περνά. Μπροστά του, οι άνθρωποι με τα πένθιμα κεριά στο χέρι, οι τραγικές μανάδες με τόσους λεβέντες χαμένους στον πόλεμο, αναθυμούνται τους πεθαμένους τους που έχουν γίνει ανάμνηση και λουλούδια.

Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον

πού έδυ σου το κάλλος;

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, πολλές γυναίκες κρατούσαν μαζί με το κερί κι ένα κεσεδάκι όπου είχαν φροντίσει να φυτέψουν σπόρους που βλασταίνουν και μαραίνονται το ίδιο γρήγορα: μακρινός απόηχος των «Κήπων του Αδωνη» στις τελετές της ύστερης αρχαιότητας προς τιμήν της ταφής και της ανάστασης του νεαρού Αδωνη.

Τέλος, το σκοτάδι πριν από το φως, και το «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός» ως προετοιμασία της Ανάστασης. Η λατρεία του φωτός που χαρακτηρίζει την ελληνική Πασχαλιά, κι εκφράζεται με τα «αγιοταφίτικα» κεριά, τις λαμπάδες, τα φαναράκια, τη μεταφορά του στο σπίτι, το κάψιμο του Ιούδα (πανάρχαια καθαρτήρια τελετουργία για την εξουδετέρωση του δαίμονα του κακού), είναι η πεμπτουσία της Λαμπρής ως άρνησης του θανάτου και κατάφασης της ζωής.


Η δοξολογία της φύσης
 

Στη λαϊκή φαντασία, η φύση ολόκληρη συμπάσχει στο μαρτύριο του Χριστού.

Αν για τους αρχαίους, οι κόκκινες ανεμώνες γεννήθηκαν από το αίμα του πληγωμένου Αδωνη, για τους Νεοέλληνες, οι παπαρούνες βάφτηκαν κόκκινες από το αίμα του Εσταυρωμένου όταν τον λόγχισαν οι στρατιώτες.

Κι ένα ταπεινό ζουζούνι έγινε η παρηγοριά της Παναγιάς.

Οταν σταυρώσανε τον Χριστό και τον λογχίσανε και σιγουρεύτηκαν ότι είχε πεθάνει, οι Ρωμαίοι έδωσαν στην Παναγία την άδεια να τον κατεβάσει από το σταυρό. Η Παναγία με τους κρυφούς μαθητές του Χριστού πήγαν να αποκαθηλώσουν το σώμα του για να το πάνε στο μνήμα. Το σκοτάδι όμως ήταν τόσο μαύρο που δεν έβλεπαν… Τότε, ένα μικρό ζουζούνι πήρε στην ουρά του ένα καρβουνάκι και τους έφεγγε! Κι επειδή καιγόταν το καημένο, πήγαινε κάθε τόσο και βουτούσε την ουρά του στο νερό.

Η Παναγιά συγκινήθηκε με το ζουζουνάκι και του ευχήθηκε να έχει πάντα στην ουρά του ένα φως που να λάμπει μέσα στη νύχτα χωρίς όμως να το καίει. Αυτή είναι η πυγολαμπίδα.

Ωστόσο, η φύση όχι μόνο συμπάσχει, αλλά και συμμετέχει στη χαρά. Χοροί της Λαμπρής στο ύπαιθρο, κούνιες, με τα αγόρια να κουνάνε τις κοπέλες μεταδίδοντας ολόγυρα την έξαψη και τη λάμψη του έρωτα, που γονιμοποιεί και ανασταίνει τη φύση, τσιμπούσια με ψητά αρνιά, παιχνίδια μετά την «Αγάπη», η γιορτή του Αϊ – Γιώργη του δρακοχαλαστή τη Δευτέρα της Διακαινησίμου, η γιορτή των Ανέμων την Πέμπτη, η Παρασκευή με τη γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής, του νερού της ζωής που εξαγνίζει κάθε κακό, καλούν τους ανθρώπους να ανοίξουν «αγκαλιές ειρηνοφόρες», να φιληθούν «γλυκά χείλη με χείλη»,γιατί

«Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».

ΠΗΓΗ:  http://spoudasterion.pblogs.gr/2010/04/602199.html


Advertisements
Published in: on April 14, 2015 at 7:24 am  Leave a Comment  
Tags: , , ,

Το φιλί του σκορπιού

 

Ακούω τους ψιθύρους σου…

Σπάνε αναιδώς την σπάνια σιωπή μου…

Αλλά δεν με ταράζουν …

Παραδόξως με ηρεμούν…

Στις σκιές που ζω η εικόνα σου είναι το μόνο φωτεινό…

Η γεύση σου στα χείλη μου η μόνη απόλαυση…

Η αέρινη ομορφιά σου…

Τα αλμυρά φιλιά μου…

Οι αναλυτές καταστάσεων  με προειδοποίησαν…

Αλλά εγώ τους αγνόησα και θα συνεχίσω να τους αγνοώ…

Μου λένε ότι αναζητώ παράτολμα τον κίνδυνο…

Μου λένε ότι οδεύω προς την τέλεια καταστροφή…

Και ότι θα έρθει  μια μέρα που δεν θα με αφήσεις να φύγω…

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν είναι ότι οι προειδοποιήσεις τους είναι μάταιες…

Γιατί εγώ εχω ήδη παραδοθεί…

Στις μαγικές δυνάμεις σου…

Στον παράξενο έλεγχο σου…

Δεν μπορώ πια να κρυφτώ…

Είναι ανώφελο να αντισταθώ…

Μόλις απομακρύνομαι,μου λείπει ο κίνδυνος και η αίσθηση προσμονής που φέρνει η παρουσία σου στην ζωή μου…

Και καταλαβαίνω το πόσο ζωντανός νιώθω δίπλα σου…


Έτσι, μένω εδώ μαγεμένος…

Ξαπλώνω στις αμμουδιές σου…

Κολυμπώ μέσα στις υπέροχες θάλασσες σου…

Πλέον δεν με νοιάζει και δεν θέλω να δραπετεύσω…

Το μόνο που λαχταρώ είναι να είμαι κοντά σου…

Καταραμένος ποιητής αιχμάλωτος στο νησί μιας νεράιδας…

Που το πεπρωμένο του είναι…

Να πεθάνει ευτυχισμένος από το θανατηφόρο φιλί του σκορπιού…

Published in: on November 9, 2014 at 3:39 pm  Leave a Comment  
Tags: ,

Ελπίζοντας…

Έντυσα τη καρδιά μου πρόχειρα με μια κουρελού να μην κρυώνει.

Άναψα το τελευταίο μου σπίρτο ευχόμενη να δω ξανά την άνοιξη.

Ήλπιζα ακόμα σε λίγο ήλιο.

ΠΗΓΗ

Published in: on November 2, 2014 at 4:10 pm  Leave a Comment  
Tags: , ,

Και χαράς τον που την έχει…

 

“Ο κόσμος πλάστηκε από αντίθετα στοιχεία. Από σκοτάδι και φως- νερό-φωτιά, πόνο χαρά, από γυναίκες κι άντρες. Και τα στοιχεία μπήκανε σε αντιμαχία αιώνια. Ζουν μαζί και όλο αντιπαλεύουνε….Η πλάση θέλει να υπάρχουνε τα αντίθετα, να υπάρχει η αμάχη, θέλει όμως να ζούνε όλα μαζί εις όμορφη σμίξη.

 

Εν αρχή παλεύουν τα αντίμαχα ώσπου να πέσει ο σπόρος. Κι έπειτα τον αρδεύουμε με το κορμί και την ψυχή μας. Σπάζουμε την αψάδα του να μαλακώσει. Κι αρχίζει πλιο μέσα μας να μουλιάζει, να κολυμπάει σαν ψάρι. Κι όταν `ρθει η στιγμή να σμπρωχτεί για να προβγεί στον κόσμο, με πόνο τρυπάει τη γη! Με ζόρι ωσάν το φύτρο!

 

(εικόνα)

 

Η γέννα είναι μέγα μάθημα για να εννοήσετε πώς μάχονται τα αντίθετα στοιχεία. Γιατί μες στο κορμί της γυναικός γένεται η μέγιστη πάλη! Παλεύουν όλα μαζί, ζωή, θάνατος, αρσενικό και θηλυκό, χαρά, πόνος, σμίξη κι αποχωρισμός αντάμα.

 

Tamara de Lempicka Breast feeding

(εικόνα)

 

Τι τούτος είν` ο δρόμος των γυναικών: να αγαπάνε αυτό που βγαίνει απ` τα σκέλια τους και ανήμπορο είναι να ζήσει δίχως βυζί, δίχως να πάρει θροφή και αίμα απ` το κορμί τους. Όποια εβύζαξε παιδί γνωρίζει τη γλυκιά θέρμαση οπού σε  συνταράζει. Νιώθεις ως και απ` τα κόκαλα και από το μεδούλι μέσα να σε τραβά. Δίνεις τη ρώγα για να πιει και, όπως κολλάει τα χείλη, σε τραβάει κύμα θάλασσας χλιαρό έτοιμο να σε πνίξει. Τότες το γυναικείο το κορμί γένεται παράδεισος που ανθίζεις από κάτω, τόπος να θρέψει με χαρά όλον τον κόσμο! Την ώρα εκείνη αγαπάς αληθινά τον σερνικό αντίμαχο που σε έσπειρε! Θέλεις να τον φωνάξεις για να ζηλέψει τα όσα δεν ημπορεί να χαίρεται η σερνική του φύση… “

 

 

Τα παραπάνω αποσπάσματα για τη Γιορτή της Μητέρας

 

 

από το Μαράν Αθά Ή ιερά και ανόσια του Θωμά Ψύρρα

 

Πηγή: http://tsalapetinos.blogspot.com/2010_05_01_archive.html

 

Published in: on May 11, 2014 at 3:43 pm  Leave a Comment  
Tags: ,

Γευστικές παραξενιές

Μέδουσα; Μύκητας; Όχι, είναι ένα SCOBY!

Kombucha – Κομπούχα

Δικουμπούχα μάσρου πιπολ σιτιναραου ολντέη” ούρλιαζαν κάποτε τα μογγόλια στο σχολείο σου, προσπαθώντας να τραγουδήσουν τους στίχους του Sugar των System of A Down. Όχι ότι ήξεραν τι είναι η κομπούχα (αποφεύγουμε στην γλώσσα μας να την πούμε κομπούτσα, οι πολιτικές ορθότητες θα μας φάνε) και δεν χρειάζεται να το ξέρεις εξάλλου για να το τραγουδήσεις. Δεν ήξεραν επίσης πως η κομπούχα δεν είναι “μανιτάρι“.

Η κομπούχα  έχει κάνει τους γύρους της στην Ελλάδα, άλλοτε ως πανάκεια και άλλοτε ως αποτοξινωτικό, πάντα όμως διαδιδόμενο με “μαγικοθρησκευτικό” τρόπο: σου έδιναν μια ζελατινοειδή μάζα μέσα σε λίγο υγρό και σου έδιναν οδηγίες να την μεγαλώσεις μέσα σε ένα μείγμα τσαγιού και ζάχαρης. Όταν “γεννούσε”, έπρεπε να την μοιράσεις και σε άλλους χωρίς αντάλλαγμα ή αμοιβή. Δεν έτρωγες την ζελατινοειδή μάζα, αλλά έπινες το υγρό, το οποίο είχε βαριά μυρωδιά “ζύμωσης”, ανθρακούχο κάψιμο και γεύση αρκετά ιδιαίτερη με “πινελιές” ξυδιού.

Η kombucha ουσιαστικά είναι μια συμβιωτική αποικία βακτηριδίων και ζυμών (SCOBY, Symbiotic Colony of Bacteria and Yeast) που θυμίζει μέδουσα. Όχι, αν και θυμίζει τον γλίτσα από τους Ghostbusters, δεν θα σε φάει το βράδυ, ούτε θα μεγαλώσει σε σημείο που να καταπιεί εσένα, τους δονητές σου και το σπίτι σου.
Το κοντινότερο που ίσως έχεις δει είναι η καλλιέργεια του ξυδιού που σχηματίζει και αυτή παρόμοια “γλίτσα”. Η ομοιότητα δεν είναι καθόλου τυχαία: η κομπούχα περιλαμβάνει  βακτηρίδια του γένους Acetobacter, δηλαδή των βακτηριδίων του ξυδιού, τα οποία παράγουν αυτό το “βιοφίλμ” που βλέπεις. Μέσα εκεί έχουν εγκατασταθεί ζύμες όπωςZygosaccharomyces bailii και Brettanomyces bruxellensis.
Όλοι αυτοί οι μικροοργανισμοί “ζυμώνουν” το τσάι με την ζάχαρη που τους παρέχεις και το εμπλουτίζουν με οξικό οξύ (ξύδι), ανθρακικό, υαλουρονικό οξύ και ένα κάρο ουσίες με αντιβακτηριδιακές ιδιότητες. Αν η κομπούτσα (έεετσι!) σου πεθάνει, μπορείς κάλλιστα να χρησιμοποιήσεις τα απομεινάρια της σαν ελαστική μεμβράνη τυμπάνου (δοκίμασε να το ξεράνεις να δεις πως είναι) ή σαν προφυλακτικό έκτακτης ανάγκης για το υπερμέγεθες όργανό σου — γιατί ως γνωστόν Έλληνας μπάμιας δεν υπάρχει!
Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι περιπέτειες του μυκητολόγου Paul Stamets με την κομπούχα -όχι, όχι αυτό που σκέφτεσαι- που αξίζει να διαβαστούν από όσους έχουν έστω και ελάχιστο ενδιαφέρον για αυτόν τον οργανισμό.
Ένας “συγγενικός” οργανισμός που θυμίζει λίγο τα τερτίπια της κομπούχας είναι και το Tibicos, γνωστό και ως “water kefir” (δεν έχει σχέση με το κεφίρ του γάλακτος). Αυτός υπάρχει σε μορφή ζελατινώδων κρυστάλλων  τους οποίους τους βάζεις μέσα σε νερό με ζάχαρη, λεμόνι και τζίντζερ. Παράγει ένα δροσιστικό ανθρακούχο ποτό! Αν θέλεις να μάθεις παραπάνω για αυτά τα δύο επισκέψου τις αντίστοιχες σελίδες για κομπούχα και “υδροκεφίρ” του Dominic Anfiteatro.

 Tempeh: Μερικοί το προτιμούν ώριμο!

Tempeh και Oncom

Έμαθες την σόγια, σε έναν παροξυσμό αντικατάστασης του κρέατος: έχεις φάει μπιφτέκια σόγιας, κιμά σόγιας, μακαρόνια σόγιας, τόφου (tofu) και τώρα τελευταία και εκείνο το μαυροζούμι, την σάλτσα σόγια. Μπορεί να μην έχεις ιδέα τι είναι η σόγια, αν σου δείξω ένα φυτό της να μην το αναγνωρίσεις καν, αλλά δεν πειράζει, γιατί οι Aσιάτες μπορούν να σου δώσουν όση σόγια χρειάζεσαι και σε ότι μορφή την θέλεις! Οι τύποι είναι άρρωστοι με την σόγια! Πόσο άρρωστοι; Τόσο ώστε να φτιάχνουν από αυτήν tempeh και oncom!
To tempeh και το oncom είναι παρόμοια: ένα “κέικ” που μέσα του έχει εγκλωβισμένους τους καρπούς της σόγιας. Όχι, δεν το φτιάχνουν με σογιάλευρο, αυτό θα ήταν πολύ απλό για να μπει στην λιστούλα μας! Τους σπόρους σόγιας τους κρατάνε στην θέση τους… μυκητιακές υφές της οικογένειας mucoraceae.
Για την κατασκευή του tempeh πρώτα μουλιάζουν τους σπόρους σόγιας σε νερό και μόλις μαλακώσουν προσθέτουν ξύδι, έτσι ώστε οι συνθήκες να είναι όξινες αρκετά για να επιβιώσει ο μύκητας Rhizopus oligosporus. Μετά προσθέτουν μικρή ποσότητα αυτού του μύκητα και το αφήνουν να ζυμωθεί μια με δύο μέρες ή για καλύτερη ποιότητα ακόμα παραπάνω. Όταν αρχίσει να αναδύει μια ελαφριά μυρωδιά αμμωνίας, σαν να βρίσκεσαι σε δημόσια ουρητήρια ή στην τουαλέτα σου, αφότου την χρησιμοποίησε ο παππούς σου που λόγω πάρκινσον με δυσκολία πλέον πετυχαίνει κέντρο, τότε το τυλίγουν για συντήρηση σε φύλλα μπανανιάς.
Το oncom είναι πάνω-κάτω παρόμοιο με το tempeh, μόνο που φτιάχνεται κυρίως από παραπροϊόντα της επεξεργασίας της σόγιας, δείχνει πιο τρομαχτικό και ο μύκητας που χρησιμοποιείται είναι ο Neurospora intermedia που του δίνει το κόκκινο του χρώμα.
Για να συνεχίσουμε το τσίρκο της ζύμωσης ας έχουμε κατά νου ένα πράμα: οι Aσιάτες έχουν το ρητό “αν δεν σαπίσει εμφανώς, δεν είναι έτοιμο για κατανάλωση“. Αν σιχαίνεσαι τις μπάμιες θα λατρέψεις το Natto.  Τι να κλάσει εδώ η οποιαδήποτε περιγραφή μου, μπροστά στο μεγαλείο της λιγωτικά γουτσουγουτσιάρικης φωνής του Μαμαλάκη να στο περιγράφει: “Λαχταριστά φασολάκια σόγιας που κολυμπούν χαρούμενα μέσα στην νοστιμότατη βλέννα του Bacillus subtilis!“. Ώπα Ηλία, και μόνο που σε ακούω να τα περιγράφεις τόσο λιμπιστικά, τα τριγλυκερίδια μου ανεβαίνουν σε επίπεδα που δεν το γλυτώνω ούτε το “by bus” (sic), ούτε το biplane!

Kopi Luwak: Ίσως ο ακριβότερος καφές του πλανήτη!

Kopi Luwak και “Weasel  Coffee”

Καφεδάκι κανείς; Βλέπω έχασες λίγο το χρώμα σου με τα παραπάνω οπότε άσε με να φορέσω το φακιόλι και να σου ψήσω έναν καφέ να γλύφεις τα δάχτυλά σου και να στυλώσεις στα πόδια σου! Και τι καφέ! Πιο μαμάτο από της μαμάς σου της Σουλτάνας!
Αν μου είσαι από εκείνα τα γκουρμεδιάρικα που δεν μπουκώνεις τίποτα στην τρύπα σου που δεν είναι χαβιάρι ή σολομός, θα το λατρέψεις. Εξάλλου με τιμή που ανέρχεται στα 3 ΧΙΛΙΑΔΕΣ δολάρια το μισόκιλο, αποτελεί υπέρτατο status symbol! Τώρα πλέον δεν θα χρειάζεται να αναστενάζεις κάθε φορά που κάποιος νεοφραγκάτος λαμογαίος φίλος σου λέει πως “πετάχτηκε στην Ρώμη για ένα καφεδάκι“: ο δικός σου ο καφές θα κοστίζει όσο το ταξίδι του, ο καφές του και το call girl που πλήρωσε, προτού κλειστεί στην τουαλέτα κλαίγοντας πως “πραγματικά, πρώτη φορά του συμβαίνει αυτό, φταίει το άγχος!“.
Μα καλά, τι σκατά καφές είναι αυτός; Καλομελέτα και έρχεται!  Το “Kopi Luwak” είναι ένα είδος καφέ που μπορεί να βρεθεί στην Σουμάτρα και την Ιάβα, μια ευγενική χορηγία του θηλαστικού Paradoxurus hermaphroditus ή στα ελληνικά “μοσχογαλή η κιβέττη“. Αυτό είναι ένα παράξενο, ελαφρώς γλυκούλικο θηλαστικό που παίρνει το όνομά του διότι και το αρσενικό αλλά και το θηλυκό φέρουν στην ουρά τους αδένες που θυμίζουν όρχεις με τους οποίους ψεκάζουν την περιοχή τους με ένα δύσοσμο υγρό. Όχι, δεν πρόκειται να φάμε το υγρό τους, μην φρικάρεις.
Πρόκειται να φάμε τα σκατά τους ή για να ακριβολογώ τα σπυριά του καφέ που υπάρχουν στα σκατά τους. Τα συγκεκριμένα ζώα αρέσκονται να τρώνε σπόρους καφέ αλλά δεν μπορούν να τους χωνέψουν οπότε τους βγάζουν …σχεδόν ως έχει. Έχουν ζυμωθεί ελαφρώς, έχουν χάσει την πικράδα τους αφότου πέρασαν μιάμιση μέρα στο πεπτικό σύστημα αυτού του ζώου και πλέον η γεύση τους μπορεί να περιγραφεί ως “πλήρης παλέτα, σχεδόν σιροπώδης,  με γεμάτη σοκολατένια γεύση και αρκετά καθαρή μετάγευση που επιμένει για ώρα στην γλωσσίτσα σου“. Yum, Yum! Ποιός θα έλεγε όχι σε έναν τέτοιο καφέ;
ΟΚ, χώρισες την τελευταία κοπέλα σου γιατί επέμενε πως πρέπει να “επεκτείνεις τους ορίζοντές σου” (ήταν κοπρολάγνος), οπότε δεν θες με καμία Παναγιά να πλησιάσεις αυτόν τον καφέ — ω, οι αναμνήσεις!. Πάμε λίγο σε κάτι πιο “mild”, ένα ωραίο -και φθηνότερο- φλιτζάνι “καφέ νυφίτσας“.
Τι είναι αυτός; Δεν πρόκειται πάλι να σε μπλέξω με κόπρανα, εδώ απλά η νυφίτσα τρώει τον καφέ και τον αναμηρυκάζει με αποτέλεσμα να ξερνάειικανή ποσότητά του, την οποία κάποιος ιθαγενής θα μαζέψει μοναχά για εσένα! Ο καφές αυτός έχει υποστεί πάλι ελαφριά ζύμωση, αλλά ποιοτικά θεωρείται πολύ κατώτερος του Kopi Luwak — αν δεν τον χέσει το ζώο, δεν είναι γλυκάδι!

Casu marzu: Σου θυμίζει αυτό που έβγαλε μια νύχτα ο παππούς σου στην τουαλέτα ,προτού η μαμά σου σε ενημερώση την επόμενη μέρα πως “Ο Παππούς πήγε ένα μεγαααααλο ταξίδι”

Casu marzu

Μεσοβδόμαδα τσίμπησες για τα καλά το τυράκι που σου πέταξα, και ήρθες πάλι για δεύτερες μπουκίτσες. Αυτήν την φορά σου έχω κάτι σπέσιαλ, τέρμα οι μούφες. Πάμε μια βόλτα μέχρι την Σαρδηνία να δοκιμάσουμε κάτι πραγματικά εξαιρετικό, το τυρί Casu marzu! Η παρασκευή του είναι απλή: είναι ένα τυρί από προβατίσιο γάλα, που με το που ωριμάσει, κόβουν ένα μέρος της εξωτερικής σκληρής του κρούστας και το αφήνουν να κάτσει έξω στον καθαρό αέρα.
Γιατί το κάνουν αυτό; Όχι, μην φοβάσαι δεν περιμένουν, ούτε να το χέσει κάποιο ζωάκι, ούτε να πιάσει κανένα φρικαλέο μύκητα. Περιμένουν να έρθει η μύγα Piophila casei, μια μύγα που χρησιμοποιείται στην ιατροδικαστική εντομολογία για προσδιορισμό του θανάτου. Και αυτό διότι εγκαθίσταται στο εκάστοτε θλιβερό ανθρώπινο κουφάρι τρεις με έξι μήνες μετά τον θάνατο. Γιατί περιμένουν την μύγα; Όχι για να παίξουν τόμπολα μαζί της, αλλά για να γεννήσει τα αυγά της μέσα στο τυρί. Όταν εμφανιστούν τα πρώτα σκουλήκια και το τυρί αρχίσει να υγροποιείται , είναι έτοιμο για φάγωμα!

Πηγή:  http://friendshappyhours.blogspot.com/2010/11/blog-post_4042.html

Published in: on April 12, 2014 at 2:48 pm  Comments (3)  
Tags: , , , ,

Tibulis – ένα μουσείο απ’ τα σκουπίδια…

Κάπου ανάμεσα στο χωριό Θολό και στο Λέπρεο (χωριά στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, ανάμεσα στη Ζαχάρω και στην Κυπαρισσία), βρίσκεται ένα ιδιότυπο μουσείο. Περνώντας με το αυτοκίνητο πιάνει το μάτι σου ένα παλιό κτίσμα που γράφει “καφενείο – παντοπωλείο”, και κάτω από την κληματαριά του κάθονται άνθρωποι. Λουλούδια, κληματαριά, ένα μικρούλικο μποστάνι στα δεξιά του. Σταματήσαμε, κάτι μας κίνησε το ενδιαφέρον…
Είπαμε να πιούμε κι εμείς έναν καφέ. Μια δεύτερη όμως ματιά μας αποκάλυψε κάτι αναπάντεχο.
 
 
 
Στα τραπέζια κάθονταν κούκλες, και όχι άνθρωποι! Η, μάλλον, κούκλες (από αυτές που έχουν τα καταστήματα ρούχων) μαζί με ανθρώπους… Οι οποίοι έκαναν χάζι με τα έκπληκτα μάτια μας όταν το ανακαλύψαμε, και κοιτάζαμε γύρω-γύρω τα τραπέζια και τις καρέκλες να ξεχωρίσουμε ποιός είναι ποιός! Με ξενική προφορά μας παρώτρυναν να ανέβουμε επάνω για να δούμε το μουσείο τους. “Η είσοδος είναι ελεύθερη”, μας είπε η γελαστή κυρία. Και ανεβήκαμε. Παντού λουλούδια, κυρίως γεράνια σε δοχεία διάφορα. Η σκάλα μικρή, οι πόρτες κι αυτές σε ένα μέγεθος οικείο, αλλά σχεδόν ξεχασμένο. Οπως και η μυρωδιά.
 
 
 
Ενα δωμάτιο παλιό, μύριζε χωριό μιας άλλης εποχής, με έφερε πίσω σε κάτι επισκέψεις σε μία θεία στο Αχλαδοχώρι Μεσσηνίας, καμιά εκατοστή χιλιόμετρα νοτιότερα… Η σκεπή καλαμωτή. Στη μέση του δωματίου ένα τραπέζι με χειροποίητα προϊόντα της γελαστής κυρίας, προφανώς – μαρμελάδες, ελιές, λάδι. Στους τοίχους διάφορα αντικείμενα παλιά, κούνιες μωρών, κασέλες και μπαούλα… Στον ένα τοίχο βιτρίνα-παράθυρο, πάλι με μαρμελάδες μέσα, και φωτογραφίες άλλων εποχών.
 
 
 
 
Κατεβήκαμε πάλι κάτω, να εξερευνήσουμε και το κατώι. Στην είσοδο μεγάλη φυσούνα σιδεράδικου, πατίνι ξύλινο, νταμιτζάνες, ένα σαμάρι, και ταμπέλες διάφορες. Μαζί μας μπήκε η γελαστή κυρία.
 
 
Από πού είστε, τη ρώτησα. Από Γερμανία. Μένει χρόνια στην Ελλάδα, μαζί με τον σύζυγό της, και αγαπάει αυτό τον τόπο. Και πού τα έχετε βρεί όλα αυτά τα αντικείμενα; Στα σκουπίδια, μου λέει. Οπως και τα δύο γατάκια (μου έδειξε τα μωρά  γατάκια που ανακάλυψαν τα παιδιά μου και έπαιζαν στο μεταξύ μαζί τους). Και πάλι έκπληξη στο πρόσωπό μας, χωρίς κανένα σχόλιο από τη γελαστή κυρία. Πώς λέγεστε; Ούλι. Και ο άντρας μου Τίμπορ, γι αυτό και βαφτίσαμε το μουσείο μας Τιμπούλις…            Μέσα στο κατώι άλλος θησαυρός. Πιατάκια, μπουκαλάκια, παλιοί καθρέφτες και πάλι ταμπέλες, αναρίθμητα πράγματα που μαρτυρούσαν άλλες εποχές, ίσως όχι τόσο παλιές τελικά… Και κάθε αντικείμενο μια ιστορία ολόκληρη, μια διαδρομή από το σπίτι και τους ανθρώπους που υπηρέτησε, στα σκουπίδια, και από κει στα μάτια και στα χέρια της Ούλι και του Τίμπορ, που δεν το άντεχε η καρδιά τους να το δουν να χάνεται: γιατί ακριβώς έχει μια ιστορία να πει… Και οι αληθινές ιστορίες στις μέρες μας είναι ακριβές, και σημαντικές.
 
 
 
 
Γράψαμε κάτι στο βιβλίο επισκεπτών για τη νοσταλγία της μυρωδιάς, αγοράσαμε δυό σπιτικές μαρμελάδες, και βγήκαμε από τον απίστευτο αυτό χώρο με την υπόσχεση να ξανάρθουμε άμα μας φέρει ο δρόμος στα μέρη αυτά και πάλι. Βγαίνοντας προσέξαμε τις νεροκολοκύθες, το λιλιπούτειο μποστάνι, και την τουαλέττα έξω από το σπίτι, όπως ήτανε παλιά, τον καιρό που η θεία μου από το Αχλαδοχώρι μαγείρευε στο τζάκι και πήγαινε στον τρύγο, όταν εγώ ήμουνα παιδί.
 
 
 
 
Published in: on February 28, 2014 at 10:37 am  Leave a Comment  
Tags: , ,

Παγανιστικές τελετές

 

Η εορτή των Θεοφανίων (εκτός από τη λατρευτική πλευρά) περικλείει  και πολλές εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. Ο Αγιασμός στη χώρα μας έχει και την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων, καθώς και της απαλλαγής του από την επήρεια των δαιμονίων. Η τελευταία αυτή έννοια δεν είναι αυστηρά χριστιανική, αλλά έχει τις ρίζες της στην αρχαία λατρεία.

 

Τα ρουγκατσάρια 

Η Ελλάδα είναι πλούσια σε έθιμα των Φώτων. Ρουγκατασάρια, αράπηδες, καμήλες, μπαμπόγεροι, μωμόγεροι, φωταράδες είναι κάποια από τα έθιμα που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και τις διονυσιακές γιορτές αλλά και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες των Θεοφανίων.

 

Στη Θεσσαλία ανήμερα των Θεοφανίων αναβιώνουν τα ρουγκάτσια (ρουγκατσάρια). Αυτά αποτελούνταν από ομάδες (10 – 15 μεταμφιεσμένων ατόμων) οι οποίες περιφέρονταν από σπίτι σε σπίτι παίρνοντας την ανάλογη αμοιβή. Μερικά από τα απαραίτητα μέλη του κάθε ομίλου ήταν ο γαμπρός, η νύφη (νέος μεταμφιεσμένος), ο παπάς, ο παππούς, ο γιατρός και οι “αρκουδιάρηδες”. Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των τραγουδιών με τα οποία οι ρουγκατσάρηδες συνόδευαν το πέρασμά τους.

Στην Καστοριά αναβιώνουν τα «Ραγκουτσάρια». Οι κάτοικοι μεταμφιέζονται και φορούν απαραιτήτως μάσκες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα, αφού η όψη τους είναι τρομακτική και αποσκοπούν στο να ξορκίσουν το κακό από την πόλη. Οι μασκαράδες έχουν τη συνήθεια να ζητιανεύουν από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή διώχνουν τα κακά πνεύματα. Το ίδιο έθιμο αναβιώνει και σε χωριά της Δράμας με το όνομα ροκατζάρια. Οι κάτοικοι φορούν τρομακτικές μάσκες και κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους με τα κουδούνια που φέρουν περιφέρονται στους δρόμους.

 

Τα μπαμπούγερα είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εθιμικές παραδόσεις στην Καλή Βρύση της Δράμας. Το εθιμικό πλαισίωμα της θρησκευτικής γιορτής αρχίζει το πρωί της παραμονής. Οι γυναίκες παίρνουν στάχτη και τη σκορπίζουν με το δεξί χέρι γύρω από το σπίτι προφέροντας ξορκιστικές λέξεις για να φύγουν τα καλακάντζουρα και να μην έχει φίδια το καλοκαίρι. Μετά το τέλος της τελετής του αγιασμού των υδάτων τα μπαμπούγερα συγκεντρώνονται έξω από την εκκλησία. Η αμφίεσή τους είναι ζωόμορφη και παλιότερα κρατούσαν στα χέρια ένα μικρό σακούλι με στάχτη με το οποίο, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, χτυπούσαν όσους συναντούσαν για να φοβερίζουν τα καλακάντζουρα. Σήμερα, για αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων από τους αμύητους στο τοπικό έθιμο επισκέπτες, επειδή η στάχτη λέρωνε τα ρούχα, το σακίδιο είναι κενό. Ομάδες-ομάδες τα μπαμπούγερα ή χωριστά γυρίζουν τους δρόμους του χωριού κυνηγώντας όσους συναντούν και ζητώντας συμβολικά κάποιο φιλοδώρημα.

 

Οι Μωμόγεροι είναι ένα Ποντιακό έθιμο που γινόταν στον Πόντο τα αρχαία χρόνια μέχρι και τις ημέρες μας. Το έθιμο είναι σατιρικό και συνηθίζετε κατά τη διάρκεια της περιόδου των Χριστουγέννων (15 Δεκεμβρίου) μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, άλλα μερικές φορές μέχρι τον μήνα του Φεβρουαρίου. Λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης των Ποντίων, το έθιμο ήταν μια μορφή αναγνώρισης της Ελληνικής προέλευσής τους, και επίσης ένας τρόπος να ξεχαστεί από την Τουρκική δουλεία, και τις βίαιες εξισλαμίσεις.

Το έθιμο Μωμόγεροι είναι ζωντανό ακόμα και σήμερα ιδιαίτερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπου οι πολύ Πόντιοι κατοικούν. Στην εβδομάδα πριν από το νέο έτος, τα άτομα θα ντυθούν με διάφορα κοστούμια, όπου κάθε κοστούμι συμβολίζει ένα μέρος του πολιτισμού και της λαογραφίας των Ποντίων. Η αρκούδα συμβολίζει τη δύναμη, η ηλικιωμένη γυναίκα ένα σύμβολο του παρελθόντος, η νύφη για το μέλλον, το άλογο για την ανάπτυξη, ο γιατρός για την υγεία, ο στρατιώτης για την υπεράσπιση, την αίγα (κατσίκα) για τα τρόφιμα και ο Άγιος Βασίλης συμβολίζει το νέο έτος που θα φτάσει σε μερικές μέρες. Σήμερα το έθιμο είναι περισσότερο ψυχαγωγικό, ενώ στο παρελθόν ήταν μαγικό.

 

 Στο Παλαιόκαστρο της Χαλκιδικής τηρείται το έθιμο των φωταράδων. Ο «βασιλιάς» φορώντας το ταλαγάνι και φορτωμένος με κουδούνια ανοίγει το χορό ενώ ακολουθούν οι φωταράδες κρατώντας ξύλινα σπαθιά για να ξυλοφορτώσουν εκείνους που θα επιδιώξουν να πάρουν το λουκάνικο που στήνεται στη μέση του χωριού.

 

Στον Άγιο Πρόδρομο της Χαλκιδικής πρωταγωνιστές των Θεοφανίων είναι οι φούταροι. Την παραμονή των Φώτων νεαροί άντρες λένε τα κάλαντα μαζεύοντας κρέας, λουκάνικα και χρήματα και την ημέρα του Αϊ Γιαννιού χορεύουν στην πλατεία του χωριού. Όταν κάνουν διάλειμμα τρέχουν να πάρουν από ένα ρόπαλο και όταν ξαναμπαίνουν στο χορό πετούν τα ρόπαλα ψηλά σφυρίζοντας με όλη τους τη δύναμη για να σηματοδοτήσουν το τέλος του Δωδεκαημέρου.

 

Σε χωριά της Καβάλας και της Δράμας, όπως η Νικήσιανη, το Μοναστηράκι, ο Ξηροπόταμος, η Πετρούσα και ο Βώλακας αναβιώνει το έθιμο των αράπηδων. Άντρες ντύνονται με προβιές και ζώνονται κουδούνια. Λέγεται ότι οι αράπηδες ήταν πολεμιστές που μετείχαν στην εκστρατεία του Μεγαλέξανδρου και έδιωξαν με τους αλαλαγμούς τους ελέφαντες των Ινδών.

 

Η καμήλα που στολίζεται μετά τον αγιασμό των υδάτων είναι ένα έθιμο της Γαλάτιστας Χαλκιδικής. Συνήθως έξι άντρες μπαίνουν κάτω από το ομοίωμα μιας καμήλας βαδίζοντας ρυθμικά ή χορεύοντας, κουνώντας κουδούνια και τραγουδώντας. Πρόκειται για την αναπαράσταση ενός πραγματικού γεγονότος, την απαγωγής μιας όμορφης κοπέλας από το γιο του Τούρκου επιτρόπου που συνέβη στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο αγαπημένος της για να την ξαναπάρει πίσω έστησε γλέντι και για να μπει στο τούρκικο σπίτι έφτιαξε ένα ομοίωμα καμήλας κάτω από το οποίο κρύφτηκαν οι φίλοι του. Αφού έκρυψαν την κοπέλα κάτω από την καμήλα την έβγαλαν έξω και την επομένη τη στεφάνωσαν με τον αγαπημένο της πριν προλάβουν να την ξαναπάρουν οι Τούρκοι.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovoion.com/products/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%3A%20%CE%B7%CE%B8%CE%B7%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CE%BC%CE%B1%20%CF%84%CF%89%CE%BD%20%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%89%CE%BD/

Published in: on January 5, 2014 at 12:12 pm  Leave a Comment  
Tags: , ,

Το φιλί

 

 

Δε θέλει τέχνη το φιλί όταν υπάρχει πάθος

και  έτσι όσοι πιστεύουνε, έχουν μεγάλο λάθος

 

Βέβαια αυτό είναι εντελώς προσωπική μου γνώμη , γιατί αν σκεφτούμε πως υπήρξαν εποχές όπου οι σεμνές και ταπεινές κορασίδες έτρεμαν στην ιδέα και μόνο… 

θα τις συμμεριστούμε, έσtω  και αν σήμερα  απλά χαμογελάμε.


Ορίστε και οδηγίες για να μαθαίνουμε:


 Το φιλί προκύπτει αυθὀρμητα  από ένστικτο, και στην τέχνη ανήκει ακόμη   σε μερικά από κείνα τα δυσνόητα. Κατανοήστε οποίο λίγα σωστά. Ένα εραστής,  δεν πρέπει να κρατά τη νύφη του  από τα αυτιά  κατά τη διάρκεια του φιλιού, (εννοεί την κοπέλα του… οι οδηγίες εξάλλου είναι γραμμένες από το 1887), όπως φαίνεται ότι συνηθίζεται στους γάμους στη Σκωτία  του …(προ)περασμένου αιώνα.

΄Ενας πιο χαριτωμένος τρόπος και αποτελεσματικός στην πρόληψη ούτως ώστε να αποτρέψετε  τη νύφη  “να πάει μακριά»,  κοντολογίς να …το σκάσει, είναι να βάλετε το δεξί σας χέρι γύρω από το λαιμό της, τα δάχτυλά σας κάτω από το πηγούνι της (κεφαλοκλείδωμα λέγεται  νομίζω,,,), ώστε να προταθεί το πηγούνι, και στη συνέχεια πιέστε απαλά τα χείλη σας αλλά σταθερά στο δικά της. Μετά από μερικές στιγμές εκείνη αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει βία αλλά μόνο ηπιότης και ευγένεια …..…και την κάνατε αρνάκι…:Και εκ του πρωτοτύπου:

Quote: Kissing comes by instinct, and yet it is in art which few understand properly. A lover should not hold his bride by the ears in kissing her, as appears to have been customary at Scotch weddings of the last century. A more graceful way, and quite effective in preventing the bride from “getting away,” is to put your right arm round her neck, your fingers under her chin, raise the chin, and then gently but firmly press your lips on hers. After a few repetitions she will find out it doesn’t hurt, and become as gentle as a lamb. The word adoration is derived from kissing. It means literally to apply to the mouth. Therefore girls should beware of philologists who may ask them with seemingly harmless intent, “May I adore you?”

(Οι παραπάνω οδηγίες από το βιβλίο του  Henry Theophilus Finck Romantic Love and Personal Beauty”  του 1887.Front Cover

Published in: on April 22, 2013 at 9:14 am  Leave a Comment  
Tags: , ,

Νταβαντούρια – Πρέσπες

 

 

 

 
 

Ένας τόπος όμως δεν είναι τόσο τα τοπία του, όσο οι άνθρωποι και η ιστορία τους. Οι φιλόξενοι κι οι ανοιχτόκαρδοι δίνουν λάμψη ακόμα και σ’ ένα ταπεινό και συνηθισμένο σκηνικό, ενώ οι κακορίζικοι χαντακώνουν ακόμα και το πιο ονειρεμένο. Το παρελθόν παίζει κι αυτό παιχνίδια με τα μάτια δίνοντας στη φύση μαγεία, μυστήριο, υπόσταση και καρδιά. Στο Φραγκοκάστελλο για παράδειγμα, δίπλα στα Σφακιά, εκεί γύρω στα τέλη του Μάη, και μόλις ο ήλιος σκάσει, το κάστρο στοιχειώνεται, εδώ και διακόσια κοντά χρόνια, από φιγούρες νεκρών πολεμιστών, τους Δροσουλίτες. Στο Γράμμο, όταν σουρουπώνει, πίσω απ’ τα θροΐσματα των φύλλων της οξιάς ακούγεται έντονα ποδοβολητό αλόγων, ενώ ποιος πέρασε απ’ τον Ενιπέα και δεν είδε τις νεράιδες και τα ξωτικά να χαριεντίζονται στα κρυστάλλινα νερά του.

 

 

 

Εδώ στις Πρέσπες, νοιώθω το χώμα ότι δεν είναι απλά το χώμα που πατάω, το χώμα που γεννάει χορτάρια και δέντρα, που τρέφει σκουλήκια, που δίνει φωλιά στους αρουραίους, αλλά το χώμα που κάποτε μάτωσε. Το βουνό απέναντι δεν είναι απλά ένα κάποιο βουνό, αλλά το βουνό που τις νύχτες έδινε άσυλο στις γυναίκες με τηναγριωπή όψη, τ’ ανάκατα μαλλιά και το μαχαίρι σφιχτά στο στόμα. Είναι το βουνό που σείστηκε από κραυγές μανάδων και τσιρίδες παιδιών. Τίποτε δεν είναι αθώο εκεί πάνω, παρά τα τόσα χρόνια που πέρασαν, κι ας ξεγελιέται το μάτι απ’ την ομορφιά και την ελαφράδα του αέρα. Όσο και να θέλεις να το αγνοήσεις, τα βουνά τριγύρω είναι γεμάτα φαντάσματα. Για μας τους ξένους, όμως.

 

 

 

Οι ντόπιοι δεν ζούνε με αυτά, ίσως οι λίγοι παλιοί, όσοι τα κατάφεραν δηλαδή και ξέμειναν. Αυτό το κατάλαβα αρκετά γρήγορα. Οι Πρέσπες σήμερα φτιάχνουν μεθοδικά μιαν άλλη ιστορία, μ’ ενθουσιασμό και με μεράκι. Άφησαν το παρελθόν στην άκρη και έπιασαν τη φύση απ’ τα κέρατα. Στην αρχή τα μπέρδευα, δεν ήξερα το ποιος και το γιατί. Πολλά τα καλαίσθητα περίπτερα πληροφόρησης για τη λίμνη, για τα πουλιά και τα ψάρια της, για τις πολυάριθμες βυζαντινές εκκλησίες και τ΄ ασκηταριά της, σκορπισμένα εδώ κι εκεί σε διάφορα χωριά, στον Αγ. Γερμανό, στην Πύλη, στο Βροντερό. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω γιατί τόσα πολλά.

 

 

 

Ένα απόγευμα, μόλις που ‘χε σκοτεινιάσει πέρασα απ’ το μπαρ του Θάνου. Ένα καλαίσθητο πέτρινο οίκημα, χτισμένο στην πλαγιά, με θέα κάτω στις λίμνες, μ’ αναμμένα κούτσουρα στο τζάκι και στην τσαγιέρα μυρωδάτο τσάι του βουνού. Άλλος κανείς στο μαγαζί. Κι αναρωτιόμουν τι το ‘θελε ο χριστιανός και το κρατούσε, έτσι στη μέση του πουθενά. Πόσο γελάστηκα! Δεν πέρασε ώρα, κουβέντα στη κουβέντα ξεχαστήκαμε είναι αλήθεια, και το μαγαζί άρχιζε να γεμίζει και να γεμίζει. Πρώτη έσκασε μύτη η Ματίλντ, έχωσε το κεφάλι απ’ το άνοιγμα της πόρτας, πέταξε ένα «Γεια σας μάγκες!» με έντονη γαλλική προφορά, κι εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. Πριν καλά καλά το συνειδητοποιήσω, νάσου και μια παρέα από γαλλάκια. «Ρε, τι γίνεται εδώ; Από πού φύτρωσε αυτός ο κόσμος;», αναρωτήθηκα, με το στόμα να χάσκει από την έκπληξη. Κατά τα μεσάνυχτα, ο νεαρόκοσμος ήταν τόσο πολύς που οι τοίχοι ξεχειλωμένοι πια απ’ το στριμωξίδι και τη φασαρία, μετά βίας κράταγαν το εσωτερικό τους φορτίο.

 

 

 

Έτσι γνώρισα την Έλλη και τα «παιδιά» της. Παιδιά από τη Γαλλία, την Αυστρία, την Ιορδανία, ακόμα κι απ’ την Αρμενία, καμιά δεκαριά, όλα στα είκοσι, εθελοντές της EVS (European Volunteers Service) που είχαν έρθει επί τούτου απ’ τις πατρίδες τους για να προσφέρουν εθελοντική εργασία στην περιοχή, από εξάμηνο έως και χρόνο. Έτσι έμαθα ότι το πρώτο περίπτερο που συναντούσα κάθε πρωί στο δρόμο μου από τον Αγ. Γερμανό προς τις λίμνες ανήκε στο Πολιτιστικό Τρίγωνο Πρεσπών, μια μη-κυβερνητική οργάνωση που δρα από το 2000 στην περιοχή με ποικίλες πολιτιστικές δράσεις που στοχεύουν στην ενημέρωση, κατάρτιση, ψυχαγωγία και μεταφορά τεχνογνωσίας στις τοπικές κοινότητες, και κυρίως στους νέους. Με τη βοήθεια των εθελοντών έχουν οργανωθεί στέκι νεολαίας και internet καφέ, εργαστήρια μουσικής, συναυλίες, αθλητικές συναντήσεις, ενημερωτικές ομιλίες σε σχολεία και αλλού και άλλα πολλά.

 

 

 

Η Έλλη, δεν σώνει να μιλάει γιαυτά, τα μάτια της αστραποβολούν όταν διηγείται για το πώς άρχισαν όλα, για την ημέρα που «είδε το φως» και δέθηκε στη μοίρα του «Τριγώνου», για τη νύχτα που εγκατέλειψε για πάντα την ταβέρνα που της έτρωγε τα νιάτα και τα σωθικά. Μετά εννιά χρόνια στο κουρμπέτι δηλώνει αναγεννημένη και γεμάτη. Δεν χρειάζεται να το πει. Κάνει «μπαμ» από μακριά.

 

 

 

Ο Λάζαρος μαζί με τον Φρανσουά, που ήρθε πριν από χρόνια στο «Πολιτιστικό Τρίγωνο» σαν εθελοντής δουλεύουν σε μια άλλη μη-κυβερνητική οργάνωση, αυτή τη φορά περιβαλλοντική, με το όνομα «Εταιρία Προστασίας Πρεσπών». Έτσι μου λύθηκε κι η απορία για το πού ανήκε το δεύτερο κατά σειρά περίπτερο που συναντούσα στο δρόμο μου τα πρωινά. Η ΕΠΠ, η πιο παλιά στην περιοχή δραστηριοποιείται ήδη από το 1991 και σήμερα που στέριωσε πια, περιλαμβάνει στους κόλπους της πάνω από 10 περιβαλλοντικές οργανώσεις από την Ελλάδα, Γαλλία, Δανία και Ην. Βασίλειο. Μεταξύ αυτών η WWF, ο Αρκτούρος, η Ελληνική και η Δανική Ορνιθολογική εταιρία, οι Φίλοι των Πρεσπών, το Μουσείο Γουλανδρή και άλλες «ων ουκ έστιν αριθμός».

 

 

 

Μεγάλη της επιτυχία η ανασύσταση την τελευταία πενταετία των υγρών λιβαδιών, κατά την οποία παραδόθηκαν στις παραλίμνιες περιοχές γύρω στα 700 στρέμματα πολύτιμα λιβάδια καλλιέργειας ζωοτροφών, διατροφής και αναπαραγωγής των ψαριών, τα οποία απροστάτευτα καθώς ήταν έπεφταν θύμα στην ακόρεστη προέλαση των καλαμιώνων που τα εξαφάνιζαν.

 

 Το 2000 πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Διασυνοριακού Πάρκου Πρεσπών με τη συμμετοχή των τριών όμορων κρατών, κι έκτοτε προωθεί ήπιες μορφές ανάπτυξης, βιολογικές καλλιέργειες, και φυσικά παρακολουθεί τη στάθμη της λίμνης, τους πληθυσμούς των ψαριών και λαμβάνει μέτρα προστασίας για τους συμπαθέστατους πελεκάνους, ερωδιούς, κορμοράνους και για όσα άλλα απειλούμενα είδη.

 

 

 

Έτσι, μ’ αυτά και με ‘κείνα, μού ήταν πια ξεκάθαρο για το πού ανήκε πλέον το τρίτο και μακράν πιο εντυπωσιακό κτίριο που έβλεπα κι απορούσα στο κέντρο του Αγ. Γερμανού, καθώς και το εξ ίσου εντυπωσιακό πληροφοριακό κέντρο στην Πύλη. Δια της μεθόδου λοιπόν του αποκλεισμού δεν ήταν δύσκολο να συμπεράνω ότι εδώ θα έπρεπε να κατοικοεδρεύει ο «Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Πρεσπών», μια Κυβερνητική πλέον Οργάνωση, η οποία ιδρύθηκε το 2003 με συμμετέχοντες τα Υπουργεία Περιβάλλοντος, Γεωργίας, Ανάπτυξης και Εξωτερικών, τη Νομαρχία Φλωρίνης, το Δήμο Πρεσπών και άλλους δημόσιους φορείς. Ο Φορέας δραστηριοποιείται κυρίως στην ενημέρωση των επισκεπτών για τα κάλλη της περιοχής μέσα από τρία οργανωμένα πληροφοριακά κέντρα, στον Αγ. Γερμανό, στην Πύλη και το Βροντερό. Ιστοσελίδα δυστυχώς δεν υπάρχει για να σας παραπέμψω.

 

 

 

Νταβαντούρια δεν γίνονται μόνο τα καλοκαίρια στις βραχονησίδες. Γίνονται και το χειμώνα στις Πρέσπες. Έτσι από στόμα σε στόμα κυκλοφόρησε το νέο για τη μπάντα που θα ερχόταν το Σάββατο το βράδυ, πρώτα στο καζάνι του Πελεκάνου στον Αγ. Γερμανό και μετά στου “Mimallones” για τα περαιτέρω. Κλαρίνα, χάλκινα, ακορντεόν, δημοτικά κυρίως, μια μακεδονίτικα, μια ηπειρώτικα, έπεφτε ανάμεσα κι από λίγο «Μελαχρινάκι», μια μυρωδιά από «Πιτσιρίκα», μια πρέζα από «Πριγκηπέσα», ανάστατος ο κόσμος και τα χωριά τριγύρω, η πίστα στιγμή δεν βρήκε χρόνο ν’ ανασάνει, αναψοκοκκίνιζαν τα μάγουλα, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από την έξαψη, με τον Διόνυσο παρόντα και τον Πάνα από κοντά να περιφέρεται και να ξεσηκώνει, ξεφύσαγαν οι χοντροί, τα στήθια πήγαιναν κι έρχονταν στα τσιφτετέλια, οι κώλοι ανέβαιναν-κατέβαιναν στα πηδηχτά, ο τύπος με το άσπρο πουκάμισο ξεπέρναγε τον Νουρέγιεφ στα ακροβατικά, κρίμα που δεν μπορώ να τον εκθέσω φωτογραφικά, είχε πάει κοντά τρεις, δεν άντεχα άλλο, τους αγκάλιασα όλους νοερά, και υποσχέθηκα κι εδώ ότι θα ξαναγυρίσω.

 

 

Αυτή την υπόσχεση λέω να την κρατήσω.

 

ΠΗΓΗ: CYNICAL

Published in: on December 30, 2012 at 12:17 pm  Leave a Comment  
Tags: , ,

Χάσαμε (;) το λογαριασμό…


photo
Άσχετα από όσα ακούγονται για το κίνημα «Δεν πληρώνω», εγώ ξαφνιάστηκα όταν πριν λίγες μέρες πήγα στα γραφεία της ΔΕΗ να καταβάλω τον οβολό που μου αναλογούσε και βρέθηκα μπροστά σε μια ατέλειωτη ουρά ανθρώπων με το λογαριασμό στο χέρι. Τα σκυθρωπά και κατεβασμένα πρόσωπα έδειχναν, αν μη τι άλλο, πως δε υπάρχει άλλος δρόμος. Θα πλήρωναν. Ένα βάσανο ακόμη στο κεφάλι και στην τσέπη μας, που μονιμοποιείται καθώς λένε και μάλλον θα συνεχίσουμε να συναντιόμαστε εκεί, Χαρατσίου και ΔΕΗ γωνία, για να βοηθήσουμε με την αλληλεγγύη μας το δύσμοιρο τούτο τόπο να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες.

Αφού έκανα το χρέος μου, αποφάσισα, παρ’ όλη την ψύχρα – αμάθητος εγώ στα κρύα – να περπατήσω μέχρι τον επόμενο σταθμό τού μετρό. Πυκνή συννεφιά, βροχερός ο καιρός, υγρός ο ορίζοντας, ίδιος όπως οι ζωές των ανθρώπων που βαλτώνουν, όλο και πιο πολύ, σε τούτη την γκρίζα πόλη.
Ανηφόριζα τη Σταδίου προς το Σύνταγμα. Ο δρόμος δεν ήταν όπως άλλοτε, ήταν διαφορετικός, όπως και η πόλη… Σε παρακμή, σε εγκατάλειψη, σε φθορά. Η απαισιοδοξία έχει καλύψει τα πάντα. Πολλές πόρτες κλειστές, καταστήματα αφημένα και μπροστά τους η θλίψη. Άνθρωποι καταγής, πένητες, επαίτες, κάθε τόσο άπλωναν το χέρι για βοήθεια. Έπιασα τον εαυτό μου να γυρίζει το βλέμμα αλλού. Είχα το φόβο μήπως και η ματιά μου συναντήσει τα δικά τους μάτια. Της απόγνωσης. Μάτια μαχαίρια… Τους προσπερνούσα, τάχυνα το βήμα μου πριν προλάβουν τα μάτια μου να στείλουν την εικόνα στην αποθήκη του μυαλού. 

Ένιωθα τύψεις. Σ’ ένα από τα προσπεράσματα δεν άντεξα, γύρισα κι έδωσα τον οβολό μου στη γυναίκα με το μωράκι στην αγκαλιά. Τίποτα μπρος στο χαράτσι που πριν λίγο είχα καταβάλει για τη δεινοπαθούσα πατρίδα…


Όλα αυτά συλλογιζόμουν, όταν χτύπησε το κινητό, για να σπάσει τις σκέψεις μου. Στην οθόνη έγραφε το όνομα φίλου αγαπημένου απ’ το νησί! «Είμαι στη γειτονιά σου, σε περιμένω για καφέ.» Έκπληξη πρώτη! «Μην κουνηθείς, φτάνω.» Κι εκεί με περίμενε η δεύτερη έκπληξη! Δεν ήταν μόνος, μαζί του και μια κοινή μας φίλη, έξω καρδιά που λένε. Που έμαθε από μικρή – η τυχερή – να μετράει τ’ άστρα κι ακόμα στο μέτρημα παραμένει… Εκείνος, ένας άνθρωπος που ξέρει με τη μία να πιάνει ακόμη και το πιο μικρό μου «αχ». Να ξεκλειδώνει την ψυχή μου, να μπαίνει μέσα και να την αλωνίζει. Όπως κι εγώ, τρυπώνω και παίρνω γύρη απ’ τη δική του… Δεν ήθελε και πολύ να λάμψουν τα πρόσωπα. Μονομιάς άλλαξαν όλα και η διάθεση πήρε την ανηφόρα…! Μπλέξαμε στην κουβέντα κι ανάμεσα σε τρία φλιτζάνια καφέ στο «Piú Verde» γλυκάναμε τον καιρό, ξεγελάσαμε το χρόνο κι άδειασε το κεφάλι από τα βάρη και τα ζόρια.
Τυχεροί λέω, που μια εντελώς ανυποψίαστη, απρόσμενη κι αναπάντεχη συνάντηση μιας συννεφιασμένης και κρύας μέρας κατάφερε να μας χαρίσει λίγες στιγμές απροσμέτρητης χαράς. Γιατί, τελικά, η χαρά είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που μπορεί να μοιραστεί κανείς σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς.

Αρχίζοντας, έλεγα να χαράξω λίγες αράδες για το θέμα του χαρατσιού… και γι’ άλλα κατέληξα να γράφω…


Πηγή
Published in: on November 22, 2011 at 2:09 pm  Leave a Comment  
Tags: , ,